Exclusive
Η Ντίνα Νικολάου στo FTHIS: "H πραγματική παρακαταθήκη δεν είναι πόσα πιάτα δημιούργησες ή πόσα βιβλία έγραψες αλλά πόσους ανθρώπους βοήθησες να βρουν τον δικό τους δρόμο"

Από τον Γιώργο Μουλά
Η Ντίνα Νικολάου έχει διανύσει μια πορεία γεμάτη αλλαγές, προκλήσεις, σημαντικές αποφάσεις και στιγμές που την έφεραν πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είχε ονειρευτεί. Από τις σπουδές στα Οικονομικά και το Marketing μέχρι την επαγγελματική της καταξίωση στη γαστρονομία και τη ζωή στο Παρίσι, κάθε σταθμός της διαδρομής της άφησε το δικό του αποτύπωμα.
Σήμερα, με την ίδια διάθεση για δημιουργία, συνεχίζει να εξελίσσεται, έχοντας πλέον στρέψει μεγάλο μέρος της προσοχής της στη νέα της επιχειρηματική προσπάθεια, το DINAS eat real. Σε μια διαφορετική συζήτηση, η γνωστή chef αφήνει για λίγο στην άκρη τις συνταγές και μιλά για τον άνθρωπο πίσω από την επαγγελματική της πορεία.
Σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο FTHIS και τον Γιώργο Μουλά, η Ντίνα Νικολάου κάνει έναν προσωπικό απολογισμό, θυμάται τις επιλογές που άλλαξαν τη ζωή της, μιλά για την οικογένεια, τη μητρότητα, τις δύσκολες στιγμές και όσα της έμαθαν αυτές. Παράλληλα, εξηγεί τι σημαίνει για εκείνη πραγματική επιτυχία και γιατί σήμερα θεωρεί πως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη δεν είναι όσα έχει δημιουργήσει η ίδια, αλλά όσα μπορεί να μεταδώσει στους ανθρώπους.
Από τα οικονομικά και το marketing στη γαστρονομία και από εκεί στο Παρίσι. Αν γυρίζατε σήμερα πίσω σε εκείνη την περίοδο, θα λέγατε ότι πήρατε ένα μεγάλο ρίσκο ή ότι απλώς ακολουθήσατε αυτό που πραγματικά ήσασταν;
Τότε σίγουρα το ένιωθα σαν ρίσκο. Σήμερα, όμως, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω ότι ήταν περισσότερο μια επιστροφή στον εαυτό μου.
Και θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν εγκατέλειψα τις σπουδές μου. Τελείωσα τα Οικονομικά, συνέχισα με Marketing στο Παρίσι και δούλεψα. Απλώς κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι όλα όσα κέρδιζα τα ξόδευα σε βιβλία μαγειρικής και εστιατόρια! Ήταν σαν η ίδια η ζωή να μου έδειχνε πολύ καθαρά προς τα πού κοιτούσα πραγματικά.
Το Παρίσι υπήρξε καθοριστικό. Εκεί είδα έναν λαό που δεν μιλούσε απλώς για «γαλλική κουζίνα», αλλά για την κουζίνα της κάθε περιοχής του, για τα προϊόντα, τους παραγωγούς, τις εποχές, την παράδοση. Και τότε άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά και τη δική μας χώρα. Γιατί εμείς να μη μιλάμε με την ίδια υπερηφάνεια για την Κρήτη, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τις Κυκλάδες, τη Ρούμελη;
Οπότε, αν με ρωτάτε σήμερα, δεν νομίζω ότι άλλαξα ζωή. Νομίζω ότι βρήκα τη γλώσσα με την οποία ήθελα να τη διηγηθώ.
Έχετε πει ότι η μαγειρική για εσάς είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και μεταφοράς αγάπης και κουλτούρας. Ποιο συναίσθημα θέλετε να αφήνει στον άνθρωπο ένα δικό σας πιάτο;
Θέλω να νιώσει ότι κάποιος τον φρόντισε. Για μένα αυτό είναι το φαγητό πριν γίνει τέχνη, τεχνική ή επάγγελμα: μια πράξη φροντίδας.
Δεν με ενδιαφέρει ένα πιάτο να κάνει τον άλλον να πει μόνο «τι εντυπωσιακό!». Θέλω να το φάει και να νιώσει οικειότητα, ζεστασιά, να του ξυπνήσει ίσως μια ανάμνηση, ακόμη κι αν αυτή τη συγκεκριμένη γεύση δεν την έχει ξαναδοκιμάσει.
Πιστεύω ότι ένα πραγματικά καλό πιάτο πρέπει να σε καλωσορίζει. Δεν πρέπει να επιδεικνύει τον μάγειρα. Πρέπει να αγκαλιάζει αυτόν που κάθεται απέναντί του.
Γεννηθήκατε στην Κυρτώνη Φθιώτιδας, σε αγροτική οικογένεια. Πόσο βαθιά έχει επηρεάσει η παιδική σας μνήμη τη μαγειρική που κάνετε σήμερα; Υπάρχει κάποια γεύση από τα παιδικά σας χρόνια που δε θα αλλάζατε ποτέ;
Την έχει επηρεάσει απόλυτα. Νομίζω ότι εκεί βρίσκονται οι πραγματικές μου γαστρονομικές ρίζες.
Μεγάλωσα σε αγροτική οικογένεια και αυτό σημαίνει ότι έμαθα την εποχικότητα πολύ πριν μάθω τη λέξη «εποχικότητα». Ήξερες πότε είναι η ντομάτα γιατί τότε υπήρχε ντομάτα. Ήξερες πότε είναι καλό ένα προϊόν γιατί το είχες δει να γεννιέται από τη γη.
Θυμάμαι τις γυναίκες του σπιτιού γύρω από ένα τραπέζι να κόβουν, να ζυμώνουν, να ανοίγουν φύλλο, να μιλούν, να γελούν. Αυτή ήταν η πρώτη μου σχολή μαγειρικής, πολύ πριν έρθουν οι επαγγελματικές σχολές και το Παρίσι.
Και αν υπάρχει κάτι που δεν θα άλλαζα ποτέ, είναι αυτές οι απλές, καθαρές γεύσεις. Μια πίτα, για παράδειγμα, όπως τη θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια.
Υπάρχουν φαγητά που αν προσπαθήσεις πολύ να τα «βελτιώσεις», στο τέλος τα καταστρέφεις. Η τεχνική πρέπει να υπηρετεί τη μνήμη, όχι να την εξαφανίζει.

Το Παρίσι σάς έκανε να αγαπήσετε ακόμη περισσότερο την Ελλάδα ή σας έμαθε να βλέπετε την ελληνική κουζίνα με διαφορετικό μάτι;
Και τα δύο. Νομίζω ότι χρειάστηκε να φύγω από την Ελλάδα για να δω πραγματικά πόσο πλούσια είναι.
Όταν μεγαλώνεις μέσα σε κάτι, πολλές φορές το θεωρείς αυτονόητο. Στο Παρίσι κατάλαβα ότι αυτά που εγώ είχα ως καθημερινότητα —το ελαιόλαδο, τα όσπρια, τα χόρτα, τα τυριά, οι πίτες, τα βότανα, η τεράστια ποικιλία των τοπικών κουζινών μας— ήταν ένας απίστευτος γαστρονομικός θησαυρός.
Οι Γάλλοι μού έμαθαν κάτι πολύ σημαντικό: να σέβεσαι τόσο πολύ την παράδοσή σου, ώστε να μην την αντιμετωπίζεις ως φολκλόρ.
Αυτό προσπάθησα και προσπαθώ να κάνω με την ελληνική κουζίνα. Να την παρουσιάζω σύγχρονα, να την εξελίσσω, αλλά χωρίς να της αλλάζω ταυτότητα.
Έχετε καταφέρει να κάνετε το Evi Evane σημείο αναφοράς της ελληνικής γαστρονομίας στο Παρίσι. Τι ήταν πιο δύσκολο, να πείσετε τους Γάλλους να δοκιμάσουν ελληνική κουζίνα ή να τους κάνετε να την αγαπήσουν;
Το πιο δύσκολο ήταν να τους κάνουμε να ξεχάσουν τι νόμιζαν ότι ήξεραν για την ελληνική κουζίνα.
Όταν ξεκινήσαμε με τη Μαρία, υπήρχε στο εξωτερικό μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα: μουσακάς, χωριάτικη, σουβλάκι, τζατζίκι. Υπέροχα όλα αυτά, αλλά η Ελλάδα δεν τελειώνει εκεί. Εμείς θέλαμε να ανοίξουμε ένα παράθυρο και να δείξουμε ότι πίσω από αυτά υπάρχει μια ολόκληρη χώρα, με τεράστιο γαστρονομικό πλούτο.
Και απέναντί σου έχεις τους Γάλλους, έναν λαό με πολύ υψηλή γαστρονομική παιδεία και μεγάλες απαιτήσεις. Αυτό στην αρχή σε φοβίζει. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ευλογία. Γιατί όταν τους δώσεις εξαιρετικό προϊόν, συνέπεια και αλήθεια, το αναγνωρίζουν.
Γι’ αυτό η αποδοχή του Evi Evane για μένα δεν ήταν ποτέ απλώς μια επιχειρηματική επιτυχία. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η ελληνική κουζίνα μπορεί να σταθεί ισότιμα σε οποιαδήποτε μεγάλη γαστρονομική πρωτεύουσα του κόσμου.

Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε όταν προσπαθούμε να παρουσιάσουμε την Ελλάδα μέσα από το φαγητό;
Ότι πολλές φορές προσπαθούμε να την κάνουμε «μοντέρνα» πριν μάθουμε καλά τι είναι.
Η ελληνική κουζίνα δεν χρειάζεται να φορέσει ξένα ρούχα για να γίνει ενδιαφέρουσα. Έχει ήδη όλα όσα χρειάζεται. Χρειάζεται εξαιρετικές πρώτες ύλες, τεχνική, βαθιά γνώση και, κυρίως, αυτοπεποίθηση.
Υπάρχει όμως κι ένα δεύτερο λάθος: παρουσιάζουμε την Ελλάδα σαν να έχει μία κουζίνα. Δεν έχει μία. Έχει δεκάδες.
Άλλη είναι η Κρήτη, άλλη η Ήπειρος, άλλη η Μακεδονία, άλλες οι Κυκλάδες, άλλα τα Επτάνησα. Έχουμε έναν απίστευτο πλούτο μικρών τόπων, προϊόντων, συνταγών και ανθρώπων.
Πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται και το μέλλον της ελληνικής γαστρονομίας: να σταματήσουμε να μιλάμε γενικά για «Greek food» και να αρχίσουμε να αφηγούμαστε συγκεκριμένες ιστορίες τόπων και ανθρώπων.
Έχετε υπάρξει chef, συγγραφέας, παρουσιάστρια και εκπαιδεύτρια. Έχετε πει ότι η chef είναι η ψυχή σας, η συγγραφέας το μυαλό σας, η παρουσιάστρια η φωνή σας και η εκπαιδεύτρια η καρδιά σας. Αν έπρεπε όμως να κρατήσετε μόνο έναν από αυτούς τους τέσσερις ρόλους, ποια Ντίνα θα έμενε;
Αν με ρωτούσατε πριν από είκοσι χρόνια, θα σας έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη «η chef». Σήμερα όμως νομίζω ότι θα κρατούσα την εκπαιδεύτρια.
Και αυτό γιατί, όσο περνούν τα χρόνια, αλλάζει λίγο και η έννοια της επιτυχίας. Στην αρχή θέλεις να αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις εσύ. Να δημιουργήσεις, να εξελιχθείς, να ξεχωρίσεις, να χτίσεις τη δική σου διαδρομή. Κάποια στιγμή όμως αρχίζεις να νιώθεις μεγαλύτερη χαρά όταν βλέπεις όσα έμαθες να συνεχίζουν μέσα από άλλους ανθρώπους.
Η εκπαίδευση για μένα δεν είναι απλώς να δείξεις μια τεχνική ή να δώσεις μια συνταγή. Είναι να μάθεις σε έναν νέο μάγειρα να παρατηρεί, να σέβεται το προϊόν, να καταλαβαίνει γιατί κάνει κάτι και όχι απλώς πώς το κάνει. Είναι να του μεταδώσεις μια στάση απέναντι στη μαγειρική.
Και ίσως τελικά μέσα στην εκπαιδεύτρια να χωρούν όλες οι άλλες Ντίνες. Για να διδάξω πρέπει να είμαι μαγείρισσα, για να εξηγήσω πρέπει να έχω τη φωνή της παρουσιάστριας, για να οργανώσω και να μεταφέρω τη γνώση χρειάζομαι το μυαλό της συγγραφέα.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη που για μένα είναι πολύ σημαντικό: κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι η πραγματική παρακαταθήκη δεν είναι πόσα πιάτα δημιούργησες ή πόσα βιβλία έγραψες. Είναι πόσους ανθρώπους βοήθησες να βρουν τον δικό τους δρόμο.
Αυτό σήμερα με συγκινεί περισσότερο από όλα.
Έχετε διδάξει νέους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες της κουζίνας. Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που βλέπετε να κάνουν οι νέοι chefs σήμερα και ποιο χαρακτηριστικό ξεχωρίζετε αμέσως σε έναν πραγματικά ταλαντούχο μάγειρα;
Το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι πολλές φορές θέλουν να γίνουν chef πριν γίνουν μάγειρες.
Η εικόνα της εποχής μάς έχει μπερδέψει λίγο. Υπάρχουν η τηλεόραση, τα social media, τα βραβεία, η δημοσιότητα και μπορεί ένας νέος άνθρωπος να πιστέψει ότι αυτή είναι η δουλειά.
Δεν είναι. Η δουλειά είναι ο πάγκος, η φωτιά, η ορθοστασία, η επανάληψη, η καθαριότητα, η πειθαρχία. Είναι να κάνεις εκατό φορές το ίδιο πράγμα μέχρι να βγει σωστό και την εκατοστή πρώτη να το κάνεις ξανά με την ίδια προσοχή.
Όσο για το ταλέντο, δεν το καταλαβαίνω από το πόσο εντυπωσιακό πιάτο θα μου παρουσιάσει κάποιος. Το βλέπω στον τρόπο που πιάνει ένα προϊόν. Στην περιέργειά του. Στο αν ρωτάει «γιατί;». Στο αν παρατηρεί.
Και πάνω απ’ όλα στην ταπεινότητα. Ο πραγματικά καλός μάγειρας ξέρει ότι θα παραμείνει μαθητής μέχρι την τελευταία ημέρα που θα μπει σε μια κουζίνα.
Έχετε μιλήσει για τη σκληρή δουλειά που χρειάστηκε για να σταθείτε σε μια τόσο απαιτητική αγορά όπως η γαλλική. Υπήρξε κάποια στιγμή που είπατε «δεν μπορώ άλλο» και τι ήταν αυτό που σας έκανε να συνεχίσετε;
Πολλές φορές. Νομίζω ότι όποιος έχει προσπαθήσει να χτίσει κάτι από το μηδέν έχει περάσει βράδια που έχει αναρωτηθεί «τι κάνω εδώ;», «γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου;».
Έχω περάσει περιόδους τεράστιας πίεσης και έχω μιλήσει ανοιχτά ακόμη και για τις κρίσεις πανικού που αντιμετώπισα.
Για χρόνια πίστευα ότι δυνατός άνθρωπος είναι εκείνος που αντέχει τα πάντα μόνος του. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι αυτό δεν είναι δύναμη. Είναι εξάντληση.
Αυτό που με κράτησε ήταν πάντα οι άνθρωποί μου. Η οικογένειά μου, οι αδερφές μου .
Και ίσως υπάρχει μέσα μου και κάτι από το παιδί της αγροτικής οικογένειας. Μεγάλωσα βλέποντας ανθρώπους να σπέρνουν χωρίς να έχουν καμία εγγύηση ότι η χρονιά θα είναι καλή. Κάνεις αυτό που πρέπει, φροντίζεις τη γη σου και συνεχίζεις.
Αυτή η επιμονή νομίζω ότι με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή.
Είστε μητέρα δύο γιων και παράλληλα έχετε χτίσει μια πολύ απαιτητική επαγγελματική ζωή ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι. Ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία που χρειάστηκε να κάνετε για την καριέρα σας και ποιο είναι αυτό που δε θα θυσιάζατε ποτέ;
Η μεγαλύτερη θυσία είναι ο χρόνος.
Γιατί ο χρόνος είναι το μοναδικό πράγμα που πραγματικά δεν επιστρέφει.
Έχασα στιγμές επειδή ταξίδευα, δούλευα, δημιουργούσα, έστηνα πράγματα. Και καμία επαγγελματική επιτυχία δεν μπορεί να σου επιστρέψει ένα απόγευμα με τα παιδιά σου όταν ήταν έξι χρονών.
Από την άλλη, δεν θέλω να παρουσιάζω τη μητρότητα και την καριέρα σαν δύο πράγματα που βρίσκονται αναγκαστικά απέναντι. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν βλέποντάς με να δουλεύω, να δημιουργώ, να πέφτω και να ξανασηκώνομαι. Θέλω να πιστεύω ότι πήραν κι αυτό ως μάθημα ζωής.
Αυτό που δεν θα θυσίαζα ποτέ είναι την ουσιαστική σχέση μαζί τους.
Και είναι πολύ συγκινητικό για μένα ότι σήμερα, με έναν τρόπο, οι δρόμοι μας συναντιούνται και επαγγελματικά. Ο ένας μέσα από την εστίαση, ο άλλος μέσα από την αρχιτεκτονική. Είναι σαν ο κύκλος να κλείνει και να ξαναβρισκόμαστε όλοι γύρω από ένα τραπέζι, μόνο που αυτή τη φορά ο καθένας φέρνει σε αυτό τη δική του γνώση και τη δική του προσωπικότητα.
Μετά από τόσα χρόνια στην τηλεόραση, έχετε γνωρίσει πολλές παρουσιάστριες και διαφορετικές τηλεοπτικές εποχές. Τι πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να μπορεί πραγματικά να επικοινωνήσει με τον τηλεθεατή και όχι απλώς να παρουσιάζει μια συνταγή μπροστά στην κάμερα;
Πρέπει να ξεχάσει την κάμερα.
Ο τηλεθεατής καταλαβαίνει πολύ γρήγορα πότε του μιλάς πραγματικά και πότε «παίζεις τηλεόραση».
Εγώ πάντα προσπαθούσα να αισθάνομαι ότι στην άλλη πλευρά δεν υπάρχει ένα απρόσωπο κοινό. Υπάρχει ένας άνθρωπος μέσα στην κουζίνα του. Και του μιλάω όπως θα του μιλούσα αν στεκόταν δίπλα μου.
Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος. Χρειάζεται να είσαι αληθινός, να ξέρεις αυτό που λες και να χαίρεσαι πραγματικά που το μοιράζεσαι.
Η γνώση χωρίς ζεστασιά γίνεται διάλεξη. Η ζεστασιά χωρίς γνώση γίνεται φλυαρία.
Η πραγματική επικοινωνία χρειάζεται και τα δύο.
Αν μπορούσατε να καθίσετε σήμερα σε ένα τραπέζι με τη νεαρή Ντίνα που αποφάσιζε να ακολουθήσει τη μαγειρική, τι θα της λέγατε;
Θα της έλεγα πρώτα απ’ όλα: «Μη φοβάσαι τόσο».
Θα της έλεγα: «Θα κουραστείς πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι, αλλά θα ζήσεις και πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορείς τώρα να φανταστείς».
Και μετά θα της έλεγα κάτι που τότε δεν ήξερα: καμία γνώση δεν πάει χαμένη.
Τα οικονομικά και το marketing με βοήθησαν να στήσω επιχειρήσεις, να αντιληφθώ το προϊόν, την επικοινωνία, τον πελάτη, τον τρόπο με τον οποίο μια ιδέα μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Στη ζωή δεν αλλάζουμε πάντα δρόμο. Μερικές φορές οι δρόμοι που θεωρούσαμε διαφορετικοί ενώνονται λίγο πιο κάτω και τότε καταλαβαίνουμε γιατί έπρεπε να περάσουμε από όλους.
Οι πιο δύσκολες στιγμές που έχετε αντιμετωπίσει στη ζωή σας, τι σας έμαθαν και τι ήταν αυτό που σας έδωσε τη δύναμη να τις ξεπεράσετε;
Με έμαθαν ότι δύναμη δεν είναι να μη λυγίζεις ποτέ. Δύναμη είναι να λυγίζεις και να βρίσκεις τον τρόπο να ξανασηκωθείς.
Η απώλεια του πατέρα μου ήταν μία από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Έχω περάσει επίσης περιόδους πολύ μεγάλης ψυχικής και σωματικής πίεσης και έχω μιλήσει ανοιχτά για τις κρίσεις πανικού.
Οι δύσκολες στιγμές αλλάζουν την κλίμακα με την οποία μετράς τη ζωή. Πράγματα που κάποτε σου φαίνονταν τεράστια, ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι ήταν απλώς μια κακή ημέρα.
Τη μεγαλύτερη δύναμη μού την έδωσαν οι άνθρωποί μου. Οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα σου όταν δεν είσαι η «Ντίνα Νικολάου», η chef, η παρουσιάστρια, η επαγγελματίας. Όταν είσαι απλώς η Ντίνα. Αυτοί είναι η πραγματική περιουσία ενός ανθρώπου.
Και βέβαια η δημιουργία. Εγώ θεραπεύομαι μέσα από την κουζίνα. Μπορεί να έχω ένα βάρος και να μπω να μαγειρέψω, να κόψω ένα κρεμμύδι, να μυρίσω ένα βότανο, να βάλω μια κατσαρόλα στη φωτιά και σιγά σιγά ο κόσμος να αρχίσει πάλι να μπαίνει στη θέση του.

Μιλήστε μας και για το νέο σας εγχείρημα στην καρδιά της Αθήνας, DINAS eat real.
Τα DINAS eat real γεννήθηκαν από μια πολύ σύγχρονη ανάγκη που βλέπω καθημερινά γύρω μου.
Ο άνθρωπος σήμερα έχει καταλάβει ότι το να τρώει σωστά δεν είναι πολυτέλεια, ούτε κάτι που κάνει περιστασιακά όταν θέλει να «προσέξει». Είναι ένας από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους με τους οποίους φροντίζει τον εαυτό του κάθε μέρα.
Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ υπάρχει πλέον αυτή η συνειδητοποίηση, δεν υπάρχει πάντα ο χρόνος. Οι ρυθμοί μας είναι γρήγοροι, δουλεύουμε πολλές ώρες, έχουμε μετακινήσεις, οικογένεια, υποχρεώσεις. Θέλουμε να τρώμε όπως θα μαγειρεύαμε για τον εαυτό μας, αλλά πολύ συχνά απλώς δεν προλαβαίνουμε.
Εκεί ακριβώς αισθάνθηκα ότι υπήρχε ένα πραγματικό κενό. Και αυτό θέλησα να καλύψει το DINAS eat real.
Για μένα είναι το φαγητό που θα ήθελες να έχεις μαγειρέψει εσύ για τον εαυτό σου, αν είχες τον χρόνο. Με πραγματικές πρώτες ύλες, σωστές τεχνικές, ισορροπία, γεύση και φροντίδα.
Θέλω να μπορείς να φας γρήγορα, χωρίς να φας πρόχειρα. Να φας σωστά, χωρίς να στερηθείς την απόλαυση. Να μη χρειάζεται να επιλέξεις ανάμεσα στο νόστιμο και στο καλό για εσένα.
Και για μένα αυτή η φροντίδα δεν μπορούσε να σταματά στο πιάτο. Ήθελα να υπάρχει και στον χώρο.
Τα DINAS έχουν σχεδιαστεί ως σύγχρονοι, φωτεινοί χώροι, με πολύ καθαρή αρχιτεκτονική ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα ζεστοί και ανθρώπινοι. Και αυτό είναι ένα κομμάτι του εγχειρήματος που με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενη.
Μου αρέσει πάρα πολύ να παρατηρώ τους ανθρώπους που έρχονται. Δεν μπαίνουν απλώς, παίρνουν ένα φαγητό και φεύγουν. Κάθονται. Αισθάνονται όμορφα. Συναντούν έναν φίλο, κάνουν ένα διάλειμμα από τη δουλειά τους, κάποιοι έρχονται μόνοι τους και απολαμβάνουν το γεύμα τους.
Και είναι υπέροχο να βλέπεις τον ίδιο χώρο να αποκτά διαφορετική ζωή ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Άλλη ενέργεια έχει το πρωί, άλλη το μεσημέρι, άλλη αργότερα, όταν κάποιος θέλει απλώς να σταματήσει για λίγο μέσα σε μια απαιτητική ημέρα και να κάνει κάτι καλό για τον εαυτό του.
Αυτό ακριβώς θέλαμε να δημιουργήσουμε: όχι απλώς ένα σημείο όπου καλύπτεις γρήγορα την ανάγκη σου να φας, αλλά έναν χώρο στον οποίο χαίρεσαι να βρίσκεσαι.
Γιατί πιστεύω ότι η καλή διατροφή δεν είναι μόνο θρεπτικά συστατικά και θερμίδες. Είναι συνολικά η στιγμή που αφιερώνεις στον εαυτό σου. Είναι το φαγητό, το περιβάλλον, η ηρεμία, η απόλαυση, η αίσθηση ότι κάποιος σε έχει φροντίσει.
Αυτό θέλω τελικά να είναι το DINAS eat real: ένας πραγματικός σύμμαχος στην καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου.
Ένα μέρος που ουσιαστικά του λέει: «Ξέρω ότι δεν προλαβαίνεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψεις να φροντίζεις τον εαυτό σου».
Γιατί έχουμε αρχίσει πλέον να καταλαβαίνουμε κάτι πολύ σημαντικό: το να τρώμε καλά δεν είναι μια απόφαση που παίρνουμε μία φορά. Είναι οι μικρές επιλογές που κάνουμε κάθε μέρα.
Και αν το DINAS μπορεί να κάνει αυτή την καθημερινή επιλογή λίγο πιο εύκολη, πιο νόστιμη και πιο όμορφη, τότε για μένα έχει πετύχει τον πραγματικό του σκοπό.
Φωτογραφίες - PapadakisPress - Instagram/dina.nikolaou


